Meaning of αφετηριακός | Babel Free
/a.fe.ti.ɾi.aˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με την αφετηρία ή αναφέρεται σ’ αυτή
- πρωταρχικός
Παραδείγματα
“※ … ένα παλιό βασικό χαρακτηριστικό της ελληνικής κουλτούρας: τουλάχιστον από την καθιέρωση των Oλυμπιακών Aγώνων (γεγονός αφετηριακό), οι αρχαίοι Έλληνες είχαν έντονα τη συνείδηση ότι ανήκουν στην ίδια κοινότητα, πέρα και παρά τις ιδιαιτερότητές τους.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.