HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αφετηριακός | Babel Free

Adjective CEFR C1
/a.fe.ti.ɾi.aˈkos/

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με την αφετηρία ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. πρωταρχικός

Παραδείγματα

“※ … ένα παλιό βασικό χαρακτηριστικό της ελληνικής κουλτούρας: τουλάχιστον από την καθιέρωση των Oλυμπιακών Aγώνων (γεγονός αφετηριακό), οι αρχαίοι Έλληνες είχαν έντονα τη συνείδηση ότι ανήκουν στην ίδια κοινότητα, πέρα και παρά τις ιδιαιτερότητές τους.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αφετηριακός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course