Meaning of αφαλοκόψει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφαλοκόβω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαλοκόβω
- θα αφαλοκόψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αφαλοκόβω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.