αφαλάτωση
Ορισμοί
η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αφαλατώνω, η διαδικασία αφαίρεσης του αλατιού από το (θαλασσινό) νερό, ώστε να γίνει πόσιμο ή και για άλλες χρήσεις
Ισοδύναμα
Englishdesalination
15 more languages
Azərbaycan diliduzsuzlaşdırılma
Češtinaodsolování
עבריתהתפלה
Bahasa Indonesiadesalinasi
Italianodissalazione
日本語脱塩
Nederlandsontzilting
Polskiodsalanie
Portuguêsdessalinização
Svenskaavsaltning
Українськаопріснення
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free