Meaning of αφαιρετικός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση με την αφαίρεση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή την χρησιμοποιεί, με την έννοια της σχηματοποίησης ή της γενίκευσης
- ουσία που αφαιρεί κάποιο υλικό
- που εκφράζει την αφαίρεση ή την απομάκρυνση ενός πράγματος από κάποιο άλλο
Ισοδύναμα
English
ablative
Παραδείγματα
“η αφαιρετική σκέψη”
“αφαιρετικό βερνικιού/κόλλας”
“Στα πρώιμα στάδια της ελληνικής υπήρχε η αφαιρετική πτώση.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.