HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αφαιρετικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με την αφαίρεση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή την χρησιμοποιεί, με την έννοια της σχηματοποίησης ή της γενίκευσης
  2. ουσία που αφαιρεί κάποιο υλικό
  3. που εκφράζει την αφαίρεση ή την απομάκρυνση ενός πράγματος από κάποιο άλλο

Ισοδύναμα

English ablative

Παραδείγματα

“η αφαιρετική σκέψη”
“αφαιρετικό βερνικιού/κόλλας”
“Στα πρώιμα στάδια της ελληνικής υπήρχε η αφαιρετική πτώση.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αφαιρετικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course