HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αυτόνομος

Επίθετο θηλυκό CEFR B2
aˈfto.no.mpra

Ορισμοί

  1. που βρίσκεται σε καθεστώς αυτονομίας, που καθορίζει μόνος του τους νόμους
  2. ανεξάρτητος, που δεν εξαρτάται από κάποιον άλλον για να λειτουργήσει
    figuratively

Ισοδύναμα

24 more languages

Παραδείγματα

“αυτόνομο κράτος”
“ευτυχώς έχουμε αυτόνομη θέρμανση και μπορούμε να κανονίζουμε, σύμφωνα με τα οικονομικά μας πότε θα την σβηνουμε και ανάβουμε”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αυτόνομος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free