Meaning of αυτόκαυστο | Babel Free
Ορισμοί
- κλειστό δοχείο ή συσκευή που αντέχει υψηλή πίεση και θερμοκρασία, χρησιμοποιούμενο για αποστείρωση ή για χημικές διεργασίες σε συνθήκες πίεσης και θερμοκρασίας μεγαλύτερες από τις κανονικές
- χύτρα ή λέβητας με καπάκι που ασφαλίζει αυτόματα χάρη στην πίεση του ατμού
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.