Meaning of αυτοδιορισθείς | Babel Free
/a.fto.ði.o.ɾiˈsθis/Ορισμοί
-
που διόρισε τον εαυτό του formal
- β΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου (αυτοδιορισθώ) του παθητικού ρήματος αυτοδιορίζομαι
-
που θέωρησε ο ίδιος ότι είναι διορισμένος, υπεύθυνος για κάτι formal
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.