Meaning of αυτοανοσία | Babel Free
Ορισμοί
νοσηρή διαταραχή του ανοσοποιητικού συστήματος κατά την οποία κάποιος οργανισμός αντιμετωπίζει δικά του στοιχεία ως ξένα και επιτίθεται ουσιαστικά στον εαυτό του (στους ιστούς ή τα όργανά του)
Παραδείγματα
“※ Στους ανθρώπους που έχουν αυτοανοσία, όμως, το ανοσολογικό σύστημα χάνει το “γνώθι σαυτόν”, σταματά δηλαδή να αναγνωρίζει ένα ή περισσότερα από τα φυσιολογικά συστατικά του οργανισμού ως “εαυτό” και αναπτύσσει διάφορους μηχανισμούς (ένας είναι τα αυτοαντισώματα) που εάν επιτεθούν στον εαυτό μας προκύπτουν τα αυτοάνοσα νοσήματα. Ευτυχώς, μόνο κάποιοι από τους μηχανισμούς του ανοσολογικού (όχι όλοι), χάνουν το “γνώθι σαυτόν” και ευτυχώς οι υπόλοιποι τους κρατούν σε αδράνεια. Έτσι, δεν προκύπτει νόσημα.”
“※ Διεγερτικοί και κατασταλτικοί μηχανισμοί συνυπάρχουν εξασφαλίζοντας την ομοιόσταση και συνεπώς την υγεία ου ατόμου. Η διαταραχή της ομοιόστασης οδηγεί σε παθολογικές καταστάσεις. Συχνά η διέγερση και η καταστολή αποκλίνουν της φυσιολογικής πορείας. Στις αυτοανοσίες, για παράδειγμα, επικρατεί διέγερση του οργανισμού ενάντια στα εαυτά στοιχεία και όχι η φυσιολογική ανοχή. Αντίθετα, στη σήψη, επικρατούν ανοσοκατασταλτικοί μηχανισμοί και εμποδίζουν το ανοσοποιητικό σύστημα να δράσει ενάντια σε γενικευμένες μολύνσεις.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.