HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αυταρχικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Specialized
/a.ftaɾ.çiˈkos/

Ορισμοί

που ενεργεί αυθαίρετα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις αντίθετες απόψεις

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Το εκ νέου άνοιγμα της ΕΡΤ δεν πρέπει πάντως σε καμιά περίπτωση να σημάνει κατρακύλισμα στα παλιά: στις παλιές αυταρχικές δομές και στα παλαιοκομματικά πρόσωπα... (* εφημερίδα Το Βήμα)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αυταρχικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course