Meaning of Αυστριακός | Babel Free
/af.stɾi.aˈkos/Ορισμοί
- αυτός που κατάγεται από την Αυστρία ή έχει αυστριακή υπηκοότητα
-
παρατσούκλι του φίλαθλου που υποστηρίζει τον Ολυμπιακό Βόλου figuratively
Ισοδύναμα
English
Austrian
Παραδείγματα
“※ Μετά την αποτυχία των επαναστάσεων του 1848-49 στα περισσότερα κράτη της Ιταλίας εφαρμόστηκαν κατασταλτικά μέτρα από απολυταρχικές κυβερνήσεις, οι οποίες, με τη στήριξη της Αυστρίας, ακύρωσαν τις φιλελεύθερες παραχωρήσεις που είχαν προηγηθεί. Οι Αυστριακοί ενίσχυσαν την παρουσία τους με στρατιωτικές φρουρές σε διάφορα κράτη της Ιταλικής Χερσονήσου, εκτός του Βασιλείου της Σαρδηνίας και του Βασιλείου των Δύο Σικελιών.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.