HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

Αυστριακός

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2
af.stɾi.aˈkos

Ορισμοί

  1. αυτός που κατάγεται από την Αυστρία ή έχει αυστριακή υπηκοότητα
  2. παρατσούκλι του φίλαθλου που υποστηρίζει τον Ολυμπιακό Βόλου
    figuratively

Ισοδύναμα

EnglishAustrian
Españolaustriaco
FrançaisAutrichien
33 more languages
العربيةنمساوي
Българскиавстриец
Catalàaustríac
ČeštinaRakušan
Esperantoaŭstriano
Euskaraaustriar
GaeilgeOstarach
עבריתאוסטרי
Magyarosztrák
Italianoaustriaco
ქართულიავსტრიელი
Lietuviųaustras
Latviešuaustrietis
МакедонскиАвстриец
NederlandsOostenrijker
PolskiAustriak
Portuguêsaustríaco
Românăaustriac
Русскийавстриец
SlovenščinaAvstrijec
TürkçeAvusturyalı
Українськаавстрієць
繁體中文奧地利人

Παραδείγματα

“※ Μετά την αποτυχία των επαναστάσεων του 1848-49 στα περισσότερα κράτη της Ιταλίας εφαρμόστηκαν κατασταλτικά μέτρα από απολυταρχικές κυβερνήσεις, οι οποίες, με τη στήριξη της Αυστρίας, ακύρωσαν τις φιλελεύθερες παραχωρήσεις που είχαν προηγηθεί. Οι Αυστριακοί ενίσχυσαν την παρουσία τους με στρατιωτικές φρουρές σε διάφορα κράτη της Ιταλικής Χερσονήσου, εκτός του Βασιλείου της Σαρδηνίας και του Βασιλείου των Δύο Σικελιών.”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη Αυστριακός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free