Meaning of Αυστραλία | Babel Free
/af.stɾaˈli.a/Ορισμοί
- γιγαντιαίο νησί (διαστάσεων ηπείρου) στα νοτιοδυτικά του Ειρηνικού και στα ανατολικά του Ινδικού ωκεανού
-
άλλη γραφή του Αυστραλία vulgar
- κράτος της Ωκεανίας που βρίσκεται στο ομώνυμο νησί με πρωτεύουσα την Καμπέρα, επίσημη γλώσσα τα αγγλικά και νόμισμα το δολάριο Αυστραλίας
Ισοδύναμα
English
Australia
Παραδείγματα
“※ Και ήταν το χίλια εννιακόσια πενήντα οχτώ όταν έσκασε σαν βόμπα στα παιδικά μας αυτιά η είδηση πως η ξαδέρφη μας, η Μάνθα, που τόσο μας αγαπούσε και την αγαπούσαμαν, θά ’φευγε για την Αυστραλία.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.