HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αυστηρότητα | Babel Free

Noun feminine CEFR C1
/af.stiˈɾo.ti.ta/

Ορισμοί

  1. η ιδιότητα του να είναι κανείς αυστηρός
  2. ο βαθμός στον οποίο τηρούνται οι κανόνες (πχ. μιας σχολικής τάξης), η εμμονή στη συμμόρφωση χωρίς παρεκκλίσεις
  3. η απλότητα, η λιτότητα στο στυλ

Ισοδύναμα

English Austerity

Παραδείγματα

“το πρόσωπό του απέπνεε αυστηρότητα”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αυστηρότητα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course