Meaning of αυστηρότητα | Babel Free
/af.stiˈɾo.ti.ta/Ορισμοί
- η ιδιότητα του να είναι κανείς αυστηρός
- ο βαθμός στον οποίο τηρούνται οι κανόνες (πχ. μιας σχολικής τάξης), η εμμονή στη συμμόρφωση χωρίς παρεκκλίσεις
- η απλότητα, η λιτότητα στο στυλ
Ισοδύναμα
English
Austerity
Παραδείγματα
“το πρόσωπό του απέπνεε αυστηρότητα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.