HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αυθαιρεσία | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/a.fθe.ɾeˈsi.a/

Ορισμοί

  1. η ιδιότητα του αυθαίρετου
  2. η αυθαίρετη πράξη ή συμπεριφορά
    broadly
  3. ενέργεια η πράξη η οποία παραβιάζει τα δικαιώματα άλλου
  4. διαβαθμίσιμο φάσμα που μετράει το πόσο μία λέξη (σημαίνον) είναι κατανοητή από τον ήχο και την μορφή της σε σχέση με αυτό που σημαίνει (σημαινόμενο), το φάσμα αυτό αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του γλωσσικού σημείου

Παραδείγματα

“διοικητική αυθαιρεσία”
“→ χρειάζεται παράθεμα”
“πολεοδομικές αυθαιρεσίες”
“> υπερώνυμα: παρανομία”
“Εκμεταλλεύεται την θέση του ως υπεύθυνος να πράξει κάθε είδους αυθαιρεσίες.”
“※ Βασικό χαρακτηριστικό του γλωσσικού σημείου, σύμφωνα με το οποίο η σχέση ανάμεσα στο σημαίνον και το σημαινόμενο δεν αιτιολογείται· αποτελεί αυθαιρεσία η οποία έχει επιβληθεί από την κοινωνική σύμβαση. … Η αυθαιρεσία δεν είναι απόλυτη έννοια αλλά διαβαθμίσιμη, στον βαθμό που οι γλώσσες παρουσιάζουν σημεία σχετικής αυθαιρεσίας· π.χ. η λέξη δεκαεννέα ανακαλεί τους όρους από τους οποίους συνίσταται, ενώ αυτό δεν συμβαίνει με τη λέξη τριάντα.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αυθαιρεσία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course