Meaning of αυθαίρετος | Babel Free
/aˈfθe.ɾe.tos/Ορισμοί
- που δε βασίζεται στη λογική ή σε αρχές
- που γίνεται κατά βούληση και σύμφωνα με τις προσωπικές επιθυμίες, χωρίς την εφαρμογή νόμων ή ορισμένων κριτηρίων
Ισοδύναμα
English
Arbitrary
Παραδείγματα
“οι λέξεις μιας γλώσσας είναι αυθαίρετες σε σχέση με την έννοια τους”
“οι πρόσφατες απολύσεις στην εταιρία ήταν αρκετά αυθαίρετες, το ακίνητο χτίστηκε χωρίς να εκδοθεί οικοδομική άδεια και είναι αυθαίρετο”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.