HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αυθαίρετος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/aˈfθe.ɾe.tos/

Ορισμοί

  1. που δε βασίζεται στη λογική ή σε αρχές
  2. που γίνεται κατά βούληση και σύμφωνα με τις προσωπικές επιθυμίες, χωρίς την εφαρμογή νόμων ή ορισμένων κριτηρίων

Ισοδύναμα

English Arbitrary

Παραδείγματα

“οι λέξεις μιας γλώσσας είναι αυθαίρετες σε σχέση με την έννοια τους”
“οι πρόσφατες απολύσεις στην εταιρία ήταν αρκετά αυθαίρετες, το ακίνητο χτίστηκε χωρίς να εκδοθεί οικοδομική άδεια και είναι αυθαίρετο”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αυθαίρετος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course