HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αττικισμός

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2
a.ti.ciˈzmos

Ορισμοί

  1. η τάση κάποιου να αττικίζει
    formal
  2. η επιστροφή στη συγγραφή κειμένων στην αττική διάλεκτο και οι μίμηση των Αττικών συγγραφέων του 5ου αιώνα, τάση που ξεκίνησε στους ελληνιστικούς χρόνους

Ισοδύναμα

EnglishAtticism
Françaisatticisme
3 more languages
Češtinaaticismus
Polskiattycyzm

Παραδείγματα

“※ Η ελληνική γλώσσα έχει μία αδιάκοπη ιστορική πορεία και παρουσιάζει ποικίλες μορφές στη φωνητική, τη μορφολογία (γραμματική), τη σύνταξη και το λεξιλόγιο σε κάθε ιστορική της φάση. Η Παλαιά Διαθήκη μεταφράστηκε στην Ελληνιστική Κοινή προφορική γλώσσα της λεκάνης τως Μεσογείου και στην ίδια καταγράφηκαν τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, επιλογή που σημαίνει ευρύτατη κατανόηση από τους ελληνοφώνους της εποχής. Την ίδια εποχή αναπτύσσεται το ρεύμα του αττικισμού που υπαγορεύει τη μίμηση της αττικής διαλέκτου και τη χρήση των ρητορικών σχημάτων ως απαραίτητη προϋπόθεση για την καταξίωση οποιουδήποτε λογοτεχνικού είδους. (εφημερίδαΤο Βήμα, 27.06.2016)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αττικισμός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free