Meaning of Ατταλιώτισσα | Babel Free
/a.taˈʎo.ti.sa/Ορισμοί
-
θηλυκό του Ατταλιώτης demonym
- προσωνυμία εικόνας της Παναγίας από τη Μικρά Ασία, που βρίσκεται σε ναό του Ταύρου της Αττικής
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.