Meaning of ατσαλώσουμε | Babel Free
Ορισμοί
- α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατσαλώνω
- θα ατσαλώσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ατσαλώνω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.