Meaning of ατροποποίητων | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατροποποίητος genitive, masculine, plural
-
γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ατροποποίητος feminine, genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ατροποποίητος genitive, neuter, plural
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.