Meaning of ατμοσφαιρική πίεση | Babel Free
/a.tmo.sfe.ɾiˈci ˈpi.e.si/Ορισμοί
η πίεση που προκαλείται από το βάρος της ατμόσφαιρας πάνω από μία περιοχή
Ισοδύναμα
English
atmospheric pressure
Παραδείγματα
“※ Ένας ισχυρός αντικυκλώνας, δηλαδή ένα πολύ υψηλό βαρομετρικό, που θα διαρκέσει έως τις 24 Ιανουαρίου, ξεκίνησε να σχηματίζεται στη Βορειοδυτική Ευρώπη την Κυριακή και η ατμοσφαιρική πίεση στο ύψος της μέσης στάθμης της θάλασσας προβλέπεται να φτάσει σε τιμές ρεκόρ, της τάξης τουλάχιστον των 1.050 hPa, ιδίως στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ιρλανδία. (Πόσο θα επηρεαστεί η Ελλάδα από τον αντικυκλώνα, εφημερίδα Τα Νέα, 20 Ιανουαρίου 2020)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.