Meaning of ατελείωτος | Babel Free
/ateˈliotos/Ορισμοί
- που δεν έχει τελειώσει ακόμα, ανολοκλήρωτος
- που δεν έχει τέλος, που έχει μεγάλη διάρκεια, άπειρος, ανεξάντλητος
Ισοδύναμα
English
Incomplete
Παραδείγματα
“Με αυτό τον άνθρωπο έχω ατελείωτες ιστορίες!”
I have endless dealings with this man!
“Η πρώτη μέρα στην δουλειά μου φάνηκε ατελείωτη.”
The first day at work seemed endless to me.
“Τα καλοκαίρια μας μικρά, κι ατέλειωτοι οι χειμώνες.”
Our summers short, and our winters endless.
“Έφυγε και άφησε τις σπουδές της ατελείωτες.”
She quit and left her studies unfinished.
“Πρέπει να επιστρέψω, γιατί έχω αφήσει δουλειά ατελείωτη.”
“Το ταξίδι τού φάνηκε ατελείωτο.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.