HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ατασθαλία | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/a.ta.sθaˈli.a/

Ορισμοί

ηθική αταξία, απρέπεια, παράβαση νόμου ή καθήκοντος

Παραδείγματα

“Υπήρχαν ήδη υποψίες για κακοδιαχείριση στα οικονομικά του συλλόγου και ο έλεγχος που τελείωσε χτες εντόπισε πολλές ατασθαλίες στα λογιστικά βιβλία.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ατασθαλία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course