HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ατέντωτος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/aˈten.do.tos/

Ορισμοί

ο μη τεντωμένος, που δεν τεντώθηκε ή δεν τεντώνεται, χαλαρός

Παραδείγματα

“※ ο αγαπημένος μου αναπαύεται από το κυνήγι μονάχος, ατέντωτο κείται το δοξάρι σιμά του και ξεχασμένα τα σκυλιά στέκουν τριγύρω του. (Θέματα Νεοελληνικής Φιλολογίας, γραμματολογικά, εκδοτικά, κριτικά: Πρακτικά 8. Επιστημονικής Συνάντησης, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, τομέας μεσαιωνικών και νέων ελληνικών σπουδών, Γεώργιος Σαββίδης, εκδ. Ερμής, 2001, σελ. 180)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ατέντωτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course