HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ασύγχρονος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/aˈsiŋ.xɾo.nos/

Ορισμοί

  1. εναλλασόμενου ρεύματος
  2. που διενεργείται σε δύο διαφορετικά τμήματα, σε διαφορετικούς μεταξύ τους χρόνους
  3. λειτουργία (πχ. συνάρτηση) σε υπολογιστή που εκτελείται παράλληλα με άλλες συναφείς λειτουργίες χωρίς να περιμένει την ολοκλήρωσή τους

Παραδείγματα

“ασύγχρονος κινητήρας”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ασύγχρονος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course