HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ασφαλίτικος | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με ασφαλίτη ή αναφέρεται σʼ αυτόν
  2. ασφαλίτικο: αυτοκίνητο που χρησιμοποιούν οι ασφαλίτες, ενίοτε με συμβατικές πινακίδες κι όχι μʼ αυτές που δείχνουν ότι ανήκει στην Ασφάλεια

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ασφαλίτικος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course