Meaning of ασφαλίτικος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση με ασφαλίτη ή αναφέρεται σʼ αυτόν
- ασφαλίτικο: αυτοκίνητο που χρησιμοποιούν οι ασφαλίτες, ενίοτε με συμβατικές πινακίδες κι όχι μʼ αυτές που δείχνουν ότι ανήκει στην Ασφάλεια
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.