Meaning of ασυνόριστος | Babel Free
/a.siˈno.ri.stos/Ορισμοί
- συνώνυμο του ασύνορος, απεριόριστος, που δεν έχει σύνορο
- ασυγκράτητος, αδέσμευτος, ανεξάρτητος που δεν έχει τέλος ή φραγμούς
- άμετρος, υπερβολικός, που δεν έχει όριο
Παραδείγματα
“ασυνόριστος χαραχτήρας”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.