HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αστροφεγγιά | Babel Free

Noun feminine CEFR C1
/a.stɾo.feŋˈɟa/

Ορισμοί

ο έναστρος ουρανός που δεν διαταράσσεται από άλλη πηγή φωτός, το αντιφέγγισμα των άστρων τη νύχτα χωρίς φεγγάρι

Παραδείγματα

“※ Η νύχτα ήτανε δίχως φεγγάρι, μα είχαμε αστροφεγγιά. (⌘ Στρατής Τσίρκας, Ακυβέρνητες πολιτείες - Αριάγνη, [μυθιστόρημα], 1962)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αστροφεγγιά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course