HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αστράγαλος | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/aˈstɾa.ɣa.los/

Ορισμοί

  1. το μικρό οστό που βρίσκεται στο πίσω μέρος του ταρσού, ανάμεσα στην κνήμη και στη φτέρνα
  2. το αντίστοιχο τμήμα του ποδιού
  3. : θάμνος που ανήκει στο ταξινομικό γένος Astragalus, που ανήκει στη κατηγορία των βοτάνων
  4. το συμπλήρωμα διατροφής βασισμένο στον αστράγαλο

Ισοδύναμα

English ankle Anklebone

Παραδείγματα

“※ Το νερό έτρεχε βρύση από τα λούκια, πιτσιλούσε τρόγυρα κι αναγκάζονταν οι κυρίες να σηκώνουν το φουστάνι πάνω από τον αστράγαλο, ωσάμ' εκεί που άρχιζε η γάμπα. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)”
“το βότανο αστράγαλος είναι περισσότερο γνωστός με τα ονόματα τετραγκαθιά ή τετράγκαθο”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αστράγαλος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course