Meaning of αστράγαλος | Babel Free
/aˈstɾa.ɣa.los/Ορισμοί
- το μικρό οστό που βρίσκεται στο πίσω μέρος του ταρσού, ανάμεσα στην κνήμη και στη φτέρνα
- το αντίστοιχο τμήμα του ποδιού
- : θάμνος που ανήκει στο ταξινομικό γένος Astragalus, που ανήκει στη κατηγορία των βοτάνων
- το συμπλήρωμα διατροφής βασισμένο στον αστράγαλο
Παραδείγματα
“※ Το νερό έτρεχε βρύση από τα λούκια, πιτσιλούσε τρόγυρα κι αναγκάζονταν οι κυρίες να σηκώνουν το φουστάνι πάνω από τον αστράγαλο, ωσάμ' εκεί που άρχιζε η γάμπα. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)”
“το βότανο αστράγαλος είναι περισσότερο γνωστός με τα ονόματα τετραγκαθιά ή τετράγκαθο”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.