HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αστιγματικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με τον αστιγματισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
  2. που πάσχει από αστιγματισμό

Ισοδύναμα

English Astigmatic

Παραδείγματα

“※ η αδερφή μου είναι αστιγματική και χρειάζεται να φοράει γυαλιά, για να βλέπει καλά”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αστιγματικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course