HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αστερισμός | Babel Free

Noun masculine CEFR B2
/a.ste.ɾiˈzmos/

Ορισμοί

σύνολο ή ομάδα από απλανείς αστέρες που όταν οι θέσεις τους διαμορφώνουν σχετικά σαφές σχήμα, οι αστρονόμοι το ονομάζουν με κάτι συναφές προς αυτό

Ισοδύναμα

English constellation

Παραδείγματα

“※ Το πιο εντυπωσιακό πάντως από τα απόμακρα αντικείμενα που βρίσκουμε στον αστερισμό του Κενταύρου είναι αναμφισβήτητα ο γιγάντιος ελλειπτικός γαλαξίας Κένταυρος Α, γνωστός επίσης και με τον κωδικό «NGC 5128» (Διονύσης Π. Σιμόπουλος, Ο ουρανός της Ελλάδας: Καλοκαίρι, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αστερισμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course