Meaning of ασταμάτητος | Babel Free
/a.staˈma.ti.tos/Ορισμοί
που δε σταμάτησε, δε σταματάει ή δεν μπορεί κανείς να τον σταματήσει
Ισοδύναμα
English
Unstoppable
Παραδείγματα
“μόλις χάλασαν τα φρένα τού αυτοκινήτου, το όχημα ήταν πια ασταμάτητο”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.