Meaning of αστήρικτος | Babel Free
Ορισμοί
- που δεν στηρίζεται κάπου, που δεν έχει φυσικό έρεισμα, στήριγμα ή στήριξη
- που δεν στηρίζεται κάπου, που δεν έχει λογικό έρεισμα
Ισοδύναμα
English
Lame
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.