Meaning of αστέναχτος | Babel Free
Ορισμοί
λόγιο, που δεν στενάζει, δίχως να έχει κανένα καημό ή δίχως να τον φανερώνει
Παραδείγματα
“Γιατί αν λέω τους κόπους και τις κακοπέρασες τανάριο ξεμπαρκάρισμα, τα κακοστρώσια, ποια μέρ' αστέναχτη είτανε να μη μας λάχουν;”
“Και βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες γύρου στη φλόγα π' άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν μ' αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια, ακίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ· (Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Σολωμός)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.