HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αστάθμητος

Επίθετο θηλυκό CEFR B2
aˈsta.θmi.tos

Ορισμοί

  1. που δεν μπορεί να σταθμιστεί, να υπολογιστεί, να εκτιμηθεί
    figuratively
  2. που δε ζυγίστηκε ή δεν μπορεί να ζυγιστεί

Ισοδύναμα

Españolimponderable
Françaisimpondérable
4 more languages

Παραδείγματα

δεν περιμέναμε αυτή την τροπή στα γεγονότα διότι επέδρασαν αστάθμητοι παράγοντες”
στις εξετάσεις, το μάθημα της έκθεσης θεωρείται από πολλούς πως τελικά επιδρά με αστάθμητο τρόπο, σε σχέση με υπόλοιπα εξεταζόμενα μαθήματα, στη διαμόρφωση των τελικών αποτελεσμάτων”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αστάθμητος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free