Meaning of αστάθμητος | Babel Free
/aˈsta.θmi.tos/Ορισμοί
-
που δεν μπορεί να σταθμιστεί, να υπολογιστεί, να εκτιμηθεί figuratively
- που δε ζυγίστηκε ή δεν μπορεί να ζυγιστεί
Ισοδύναμα
English
Imponderable
Παραδείγματα
“δεν περιμέναμε αυτή την τροπή στα γεγονότα διότι επέδρασαν αστάθμητοι παράγοντες”
“στις εξετάσεις, το μάθημα της έκθεσης θεωρείται από πολλούς πως τελικά επιδρά με αστάθμητο τρόπο, σε σχέση με υπόλοιπα εξεταζόμενα μαθήματα, στη διαμόρφωση των τελικών αποτελεσμάτων”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.