HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αστάθμητος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/aˈsta.θmi.tos/

Ορισμοί

  1. που δεν μπορεί να σταθμιστεί, να υπολογιστεί, να εκτιμηθεί
    figuratively
  2. που δε ζυγίστηκε ή δεν μπορεί να ζυγιστεί

Ισοδύναμα

English Imponderable

Παραδείγματα

“δεν περιμέναμε αυτή την τροπή στα γεγονότα διότι επέδρασαν αστάθμητοι παράγοντες”
“στις εξετάσεις, το μάθημα της έκθεσης θεωρείται από πολλούς πως τελικά επιδρά με αστάθμητο τρόπο, σε σχέση με υπόλοιπα εξεταζόμενα μαθήματα, στη διαμόρφωση των τελικών αποτελεσμάτων”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αστάθμητος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course