Meaning of ασημόχαρτο | Babel Free
Ορισμοί
λεπτό, ασημόχρωμο υλικό σε μορφή φύλλου ή χαρτιού, που χρησιμοποιείται κυρίως για περιτύλιξη ή διακόσμηση, με συχνή χρήση και σε εορταστικά ή μαγειρικά συμφραζόμενα
Ισοδύναμα
English
silver paper
Παραδείγματα
“※ Πάνω στο μάρμαρο είδα ένα πιάτο σκεπασμένο μ' ασημόχαρτο. Τ' ανασήκωσα. Ήταν σπανακόπιτα με χοντρό φύλλο ξεροψημένο χωριάτικο. (Κωστής Γκιμοσούλης, Ανατολή, Κέδρος, 1998)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.