Meaning of ασετυλίνη | Babel Free
/a.se.tiˈli.ni/Ορισμοί
- ακόρεστος υδρογονάνθρακας (C₂H₂), αέριο εύφλεκτο και άχρωμο
-
φωτιστικό αέριο που παράγεται από την ένωση ανθρακασβεστίου και νερού dated
-
το φωτιστικό που λειτουργούσε με το φωτιστικό αέριο broadly, dated
Ισοδύναμα
English
Acetylene
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.