Meaning of ασβεστώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ασβεστώνω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασβεστώνω
- θα ασβεστώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ασβεστώνω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.