HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ασβεστοποίηση | Babel Free

Noun feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. η συσσώρευση αλάτων ασβεστίου σε ιστούς, φυσιολογικά (π.χ. στα οστά) ή παθολογικά (π.χ. σε αρτηρίες ή όργανα), που οδηγεί σε σκλήρυνση και αλλοίωση της λειτουργίας τους
  2. η θερμική κατεργασία ασβεστολιθικών υλικών με σκοπό την απομάκρυνση διοξειδίου του άνθρακα και την παραγωγή ασβέστη

Παραδείγματα

“άλλες μορφές: ασβέστωση”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ασβεστοποίηση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course