Meaning of ασβεστοποίηση | Babel Free
Ορισμοί
- η συσσώρευση αλάτων ασβεστίου σε ιστούς, φυσιολογικά (π.χ. στα οστά) ή παθολογικά (π.χ. σε αρτηρίες ή όργανα), που οδηγεί σε σκλήρυνση και αλλοίωση της λειτουργίας τους
- η θερμική κατεργασία ασβεστολιθικών υλικών με σκοπό την απομάκρυνση διοξειδίου του άνθρακα και την παραγωγή ασβέστη
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: ασβέστωση”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.