Meaning of αρχοντοπούλα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- κορίτσι από αρχοντική οικογένεια, η κόρη ενός άρχοντα
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχοντόπουλο accusative, nominative, plural, vocative
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.