Meaning of αρχιπέλαγος | Babel Free
/ar.çiˈpe.la.ɣos/Ορισμοί
- η μεγάλη σε έκταση περιοχή της θάλασσας που περιλαμβάνει ομάδα ή ομάδες νησιών
- σύμπλεγμα νησιών ή και μερών από νησιά που συνδέονται με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποτελούν μια αυτόνομη ενότητα σε οικονομικό, πολιτικό ή γεωγραφικό επίπεδο ή να θεωρούνται ως μια ιστορική ενότητα
-
τα νησιά του Αιγαίου especially
Ισοδύναμα
English
Archipelago
Παραδείγματα
“Διοίκηση Αρχιπελάγους”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.