HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αρχιεπίσκοπος | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/[arçieˈpiskopos]/

Ορισμοί

  1. ο ανώτερος μεταξύ των επισκόπων μιας περιοχής, ο μητροπολίτης αυτής της περιοχής
  2. ο ηγέτης μιας αυτοκέφαλης Εκκλησίας ή μιας πολύ μεγάλης σε έκταση περιφέρειας που υπάγεται σε Πατριαρχείο· επίσης τίτλος του προκαθημένου της Αγγλικανικής Εκκλησίας

Ισοδύναμα

English archbishop

Παραδείγματα

“Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος”
“※ Στη λαμπρή τελετή των Θεοφανίων ο γόνος Παπαγεωργίου έκανε το παπαδάκι κοντά στον αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο κρατώντας θυμιατό και δικηροτρίκηρα. Φωτογραφίες του τοπικού τύπου της εποχής αποτυπώνουν το δέος του εφήβου που από τότε προαλειφόταν για το ιερατείο (Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη, Η μοναξιά ενός ασυμβίβαστου: Σπυρίδων, Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, 1996-1999 εκδ. Εξάντας, 2000, σελ. 43)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αρχιεπίσκοπος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course