Meaning of αρχιδάτος | Babel Free
/aɾ.çiˈða.tos/Ορισμοί
-
που έχει μεγάλα αρχίδια vulgar
-
πολύ ικανός, αξιόλογος, με ιδιαίτερη βαρύτητα figuratively, vulgar
-
ο μη ευνουχισμένος, βαρβάτος literally
-
που έχει μεγάλους όρχεις idiomatic, literally
Παραδείγματα
“※ Γιάννη Ψυχάρη και Αργύρη Εφταλιώτη αλληλογραφία: 716 γράμματα (1890-1923), Πανεπιστήμιο Ιωαννίννων, 1988 απόσπασμα@books.google. γρ.152, ημερομηνία: 1899.07.21.”
“και ιδιωματικά: αρκιδάτος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.