αρχαϊσμός
Ορισμοί
τάση του να χρησιμοποιεί κάποιος λέξεις ή άλλα λεκτικά στοιχεία της γλώσσας του τα οποία υπήρχαν σε αρχαιότερη μορφή της ή τα οποία μιμούνται αυτήν την παλαιότερη μορφή
Ισοδύναμα
28 more languages
Afrikaansargaïsme
Българскиархаизъм
Catalàarcaisme
Češtinaarchaismus
DeutschArchaismus
Magyararchaizmus
Հայերենհնաբանություն
Italianoarcaismo
ქართულიარქაიზმი
Македонскиархаизам
Nederlandsarchaïsme
Polskiarchaizm
Portuguêsarcaísmo
Românăarhaism
Shqiparkaizëm
Svenskaarkaism
Türkçearkaizm
Українськаархаїзм
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free