Meaning of αρχαιόσυλος | Babel Free
/aɾ.çeˈo.si.los/Ορισμοί
που αφαιρεί, αρπάζει, λεηλατεί αρχαιότητες
formal, rare
Παραδείγματα
“※ Έφθασαν όμως κάποτε και στο σημείο της αρχαιοθηρίας, όπως έπραξαν παλαιότερα οι Άγγλοι και οι Γάλλοι περιηγητές, βαδίζοντας στα χνάρια των αρχαιοσύλων αρχαίων Ρωμαίων και των Βενετών, (Η διαμόρφωση του πολιτισμικού τοπίου της νήσου Νάξου από το 1204 έως και την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους, Αθανάσιος Δ. Κωτσάκης, Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Καλαμάτα, Μάιος 2013, σελ. 352)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.