HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αρχαιόθρησκος | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

άτομο που αποδέχεται ή ασκεί σύγχρονες μορφές λατρείας εμπνευσμένες από τις προχριστιανικές θρησκευτικές παραδόσεις, κυρίως της αρχαίας Ελλάδας, με έμφαση στη θεολογία, τα τελετουργικά και τις αξίες εκείνης της εποχής

Παραδείγματα

“※ Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η «ιερατική» δομή των αρχαιοθρήσκων, τουλάχιστον έτσι όπως περιγράφεται στο άρθρο 4 του καταστατικού. (www.kathimerini.gr, 16.04.2006)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αρχαιόθρησκος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course