HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αρχαιολογία | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/ar.çe.o.loˈʝi.a/

Ορισμοί

  1. που ερευνεί καθετί σχετικό με τους αρχαίους χρόνους, σε σχέση με ό,τι διασώθηκε από τις παλαιότερες εποχές
  2. πρόσωπο προχωρημένης ηλικίας, με απαρχαιωμένες αντιλήψεις
    figuratively
  3. πολύ παλιό αντικείμενο
    figuratively

Παραδείγματα

“※ Η αρχαιολογία στην Ελλάδα -και γενικότερα- αναπτύσσεται σαν επιστήμη τον 19ο αιώνα, στο πλαίσιο της εθνικής ιδεολογίας και της συγκρότησης του εθνικού κράτους, δηλαδή στο πλαίσιο της ιδεολογίας και των πρακτικών της δυτικής νεωτερικότητας. Πρόκειται, λοιπόν, για τη νεωτερική αρχαιολογία. Πιστεύω, όμως, ότι μπορούμε να μιλήσουμε και γι' αυτό που έχω ονομάσει προνεωτερικές αρχαιολογίες: δηλαδή πρακτικές και αφηγήσεις που αφορούν τις αρχαιότητες, από ανθρώπους και κοινωνικές ομάδες πριν από την εδραίωση της αρχαιολογίας ως νεωτερικής επιστήμης. (εφ. Ελευθεροτυπία, 10/7/2010)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αρχαιολογία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course