HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αρχαιοκάπηλος | Babel Free

Noun masculine CEFR C1

Ορισμοί

κάποιος που παράνομα ασχολείται με το εμπόριο αρχαίων αντικειμένων

Παραδείγματα

“Έκτακτα μέτρα «για την προστασία των αρχαιοτήτων μας σε διάφορες περιοχές της χώρας ενόψει καλοκαιριού» προετοιμάζει το υπουργείο Πολιτισμού, αλλά και αρμόδιες υπηρεσίες, έπειτα από πληροφορίες ότι «συμμορίες αρχαιοκάπηλων αλωνίζουν αρχαιολογικές περιοχές». (*)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αρχαιοκάπηλος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course