αρτοκλασία
Ορισμοί
τελετή κατά την οποία ο ιερέας ευλογεί ψωμιά (τον άρτο) που, κατά την απόλυση, μοιράζονται, κομμάτι κομμάτι, στους πιστούς
Ισοδύναμα
Englishbreaking bread
Παραδείγματα
“Μετά τη Θεία Λειτουργία τελέσθηκε αρτοκλασία και ακολούθησε λιτάνευση της εικόνας της Παναγίας.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free