Meaning of αρτοκλασία | Babel Free
/aɾ.to.klaˈsi.a/Ορισμοί
τελετή κατά την οποία ο ιερέας ευλογεί ψωμιά (τον άρτο) που, κατά την απόλυση, μοιράζονται, κομμάτι κομμάτι, στους πιστούς
Παραδείγματα
“Μετά τη Θεία Λειτουργία τελέσθηκε αρτοκλασία και ακολούθησε λιτάνευση της εικόνας της Παναγίας.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.