Meaning of αρτηριοσκλήρυνση | Babel Free
/aɾ.ti.ɾi.oˈskli.ɾin.si/Ορισμοί
: πάθηση των αρτηριών κατά την οποία, λιπώδες υλικό εναποτίθεται στον αυλό τους προκαλώντας αφενός την στένωσή τους και αφετέρου σημαντική μείωση της ελαστικής ικανότητας τους να διατείνονται με συνέπεια τη δυσχέρεια στη ροή του αίματος.
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.