Meaning of αρτεσιανό φρέαρ | Babel Free
/aɾ.te.si.aˈno ˈfɾe.aɾ/Ορισμοί
το φρέαρ από όπου το νερό αναβλύζει λόγω φυσικής πίεσης και έτσι δεν χρειάζεται να αντλείται
Ισοδύναμα
English
artesian well
Παραδείγματα
“※ ενός Βαυαρού από το Φύρστενμπεργκ ονόματι Ρουφ, ειδικού στα αρτεσιανά φρέατα, που έχει μεγάλο αγρόκτημα με βουστάσια έξω από την πόλη (Καρολίνα Μέρμηγκα, Ο κήπος της Αμαλίας, εκδ. Πατάκης, 2024)”
“≈ συνώνυμα: αρτεσιανό, αρτεσιανό πηγάδι, αρτεσιανή πηγή”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.