Meaning of αρρωσταίνω | Babel Free
/a.ɾoˈste.no/Ορισμοί
-
προσβάλλομαι από μια αρρώστια ή ασθένεια, μου επιβαρύνει την υγεία κάποια νόσος intransitive
-
χάνω την καλή μου διάθεση ολοκληρωτικά figuratively
-
γίνομαι η αιτία που χειροτερεύει η υγεία κάποιου transitive
Ισοδύναμα
English
fall ill
Παραδείγματα
“το χειμώνα όλο αρρωσταίνει είτε από κρύωμα είτε από γρίπη”
“αρρωσταίνω από τη ζήλια”
“πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι ο φόβος απόλυσης από τη δουλειά μάς αρρωσταίνει”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.